Μετά από πολλά χρόνια αντιπαράθεσης των ανθρώπων με χορτοφαγικές συνήθειες έναντι των «σαρκοβόρων» υπέρμαχων της κατανάλωσης κρέατος και τις συχνά «απόλυτες τοποθετήσεις» απέναντι σε καθεμία από τις συνήθειες αυτές, επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Cornell ανακάλυψαν εντυπωσιακά στοιχεία που συνδέουν την χορτοφαγική δίαιτα με μία μετάλλαξη που μπορεί να οδηγήσει στο να κάνει τους ανθρώπους περισσότερο ευάλωτους σε φλεγμονές, και επαγωγικά, σε αυξημένο κίνδυνο καρδιολογικών νοσημάτων και καρκίνου του εντέρου.

Η ανακάλυψη της ομάδος των Tom Brenna, Kumar Kothapalli και Alon Keinan αποτελεί την πρώτη εργασία που υποδεικνύει την υψηλότερη συχνότητα (περίπου 70%) μίας συγκεκριμένης μετάλλαξης σε ένα κυρίως χορτοφαγικό πληθυσμό από την περιοχή Pune στην Ινδία σε σύγκριση με τον μέσο παραδοσιακό κρεατοφάγο αμερικανό (κάτω από 20%). Χρησιμοποιώντας δεδομένα αναφοράς από το 1000 Genomes Project η ερευνητική ομάδα παουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι η χορτοφαγική δίαιτα, μετά από πολλές γενιές, μπορεί να οδήγησε σε υψηλότερη συχνότητα μετάλλαξης στον Ινδικό πληθυσμό. Η μετάλλαξη αυτή, που ονομάζεται rs66698963 και βρίσκεται στο γονίδιο FADS2 αποτελεί μία προσθήκη ή διαγραφή μίας ακολουθίας DNA που ελέγχει την έκφραση δύο γονιδίων, των FADS1 και FADS2. Τα γονίδια αυτά είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία μακρών αλυσίδων πολυακόρεστων λιπαρών. Μεταξύ αυτών, το αραχιδονικό οξύ αποτελεί βασικό στόχο της έρευνας των φαρμακευτικών εταιρειών γιατί θεωρείται ότι είναι υπεύθυνο για πολλές φλεγμονώδεις παθήσεις όπως και για τα καρδιαγγειακά και τον καρκίνο του εντέρου. Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με γνώμονα την παρουσία ή όχι 0, 1 ή 2 αντιγράφων από την προσθήκη αυτή και, συνεπώς, την επίδρασή της στους μεταβολίτες των λιπαρών οξέων είναι μία σημαντική ανακάλυψη για την ιατρική και τη διατροφολογία.

Αυτή η μετάλλαξη μπορεί να εμφανίζεται σε πληθυσμούς που συνηθίζουν να χρησιμοποιούν χορτοφαγικές δίαιτες και πληθυσμούς που έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε διατροφή πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά, και ειδικότερα λιπαρά ψάρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να έχει το γεγονός ότι η διαγραφή αυτής της ακολουθίας μπορεί να αποτέλεσε δείγμα προσαρμογής σε πληθυσμούς με κυρίως ψαροφαγικές διαιτες, όπως οι Ινουίτ της Γροιλανδίας. Οι συγγραφείς θα συνεχίσουν τη μελέτη σε επιπλέον πληθυσμούς ανά τον κόσμο για να κατανοήσουν καλύτερα τις μεταλλάξεις και τα γονίδια αυτά ως γενετικούς παράγοντες για αυξημένο κίνδυνο ασθενειών.

«Σε περιπτώσεις διατροφής με μικρές ποσότητες ζωικού κρέατος, τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα θα πρέπει να δημιουργηθούν μεταβολικά από πρόδρομα μόρια λιπαρών οξέων που προέρχονται από τα φυτά. Όμως η φυσιολογική ανάγκη για αραχιδονικό οξύ, όπως και για ω3 EPA και DHA στους χορτοφάγους, μάλλον οδήγησε γενετικά στην αποτελεσματική παραγωγή των βασικών αυτών μεταβολιτών», υποστηρίζουν οι Brenna και Kothapalli σε μία κοινή τους δήλωση. «Οι αλλαγές στη διατροφική ισορροπία των λιπαρών ω6 και ω3 μπορεί να συντελέσουν σε αύξηση των χρόνιων παθήσεων, κάτι που παρατηρείται σε μερικές αναπτυσσόμενες χώρες.»