Μία έρευνα που παρουσίασε προκαταρκτικά αποτελέσματα σε μία επιστημονική συνάντηση συνέδεσε το άσθμα με την παιδική παχυσαρκία. Ειδικότερα, τα υπέρβαρα κορίτσια εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρού άσθματος στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής τους ενώ για τα αγόρια ίσχυε το αντίθετο: τα αγόρια πολύ χαμηλού βάρους (λιποβαρή) ήταν αυτά που παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο άσθματος.

Η σχέση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος (BMI) και της εισαγωγής σε νοσοκομείο για άσθμα στα πρώτα χρόνια ενηλικίωσης φάνηκε ότι είχε σχήμα U βάσει μίας ανάλυσης των στοιχείων ιατρικών εξετάσεων από σχολεία της Δανίας που περιλάμβαναν πάνω από 300.000 παιδιά μέχρις ενηλικίωσής τους.

Η ερευνήτρια Charlotte Suppli Ulrik, MD, του νοσοκομείου Hvidovre και του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης παρουσίασε στο Διεθνές Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Αναπνευστικής Εταιρείας δεδομένα σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες οι οποίες ήταν υπέρβαρες στην παιδική τους ηλικία εμφάνισαν 39% αυξημένο σχετικό κίνδυνο (σε σχέση με αυτές που είχαν κανονικό βάρος) για εισαγωγή στο νοσοκομείο λόγω άσθματος κατά την παιδική ηλικία ενώ οι άντρες που ήταν λιποβαρείς ως παιδιά παρουσίαζαν μεγαλύτερο κίνδυνο για εισαγωγή στο νοσοκομείο λόγω άσθματος κατά 24%.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από το μητρώο των Copenhagen School Health Records, το οποίο περιλάμβανε όλα τα παιδιά ηλικίας από 7 έως και 13 ετών που πήγαιναν σχολείο στην πόλη. Η Ulrik σημείωσε ότι από το 1930 μέχρι το τέλος του 1980, όλα τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο περνούσαν υποχρεωτικές ετήσιες ιατρικές εξετάσεις που συμπεριλάμβαναν μέτρηση ύψους και BMI. Τα δεδομένα αυτά συγκρίθηκαν με το Εθνικό Μητρώο Ασθενών της Δανίας για να ταυτοποιηθούν οι εισαγωγές στο νοσοκομείο λόγω άσθματος κατά την ενηλικίωση.

«Τα ευρήματά μας φανερώνουν τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών όταν ταυτοποιούμε προγνωστικούς παράγοντες για το άσθμα στα παιδιά», σημείωσε η Ulrik και ανέφερε ότι το μη-αλλεργικό άσθμα είναι κοινό στα παχύσαρκα κορίτσια και γυναίκες ενώ το αλλεργικό στα αγόρια. Τέλος, πρόσθεσε ότι οι διαφορές αυτές μπορεί να προέρχονται από αυτή την παρατήρηση όπως και από διαφορές στη μηχανική των πνευμόνων και στα επίπεδα ενεργοποίησής τους.