Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (obsessive-compulsive disorder – OCD) αποτελεί μία από τις συχνά εμφανιζόμενες ψυχολογικές διαταραχές που μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργικότητα του ατόμου σε καθημερινή βάση. Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από ανεξέλεγκτες εμμονές οι οποίες προκαλούν άγχος ή ανάγκη για επανάληψη συγκεκριμένων πράξεων ή κινήσεων ώστε να ανακουφιστούν από το άγχος αυτό (όπως εμμονή με την καθαριότητα, τη συμμετρία κ.λπ.).

Στις Η.Π.Α. οι ασθενείς με OCD αποτελούν το 1% του πληθυσμού ενώ περίπου οι μισές περιπτώσεις χαρακτηρίζονται ως σοβαρές. Συνήθως, για τη θεραπεία της χρησιμοποιούνται συμπεριφορικές προσεγγίσεις από ψυχολόγους ενώ η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει κυρίως SSRIs. Παρ’ όλα αυτά, οι προσεγγίσεις αυτές έχουν αποτέλεσμα στο 70% (περίπου) των ασθενών. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ανάπτυξη νέων θεραπειών έγκειται στο ότι δεν είναι ακόμη γνωστές οι φυσικές αιτίες της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.

Η πρώτη μελέτη που δημοσιεύθηκε για το θέμα αυτό (2017) υποστηρίζει ότι η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή σχετίζεται με φλεγμονή στα νεύρα του εγκεφάλου. Φαίνεται ότι τα επίπεδα μίας συγκεκριμένης πρωτεΐνης (translocator protein – TSPO) αυξάνουν όταν υπάρχει νευρο-φλεγμονή, και στη μελέτη αυτή παρατηρήθηκαν αυξημένα επίπεδα TSPO σε 20 ασθενείς με OCD σε σχέση με 20 συμμετέχοντες χωρίς OCD μετά από αξιολόγηση με μαγνητική τομογραφία.

Επειδή για κάποιες περιπτώσεις OCD που εμφανίζουν επιπρόσθετα νευροψυχιατρικά συμπτώματα θεωρείται ότι η νευρο-φλεγμονή των γαγγλίων είναι μία αυτοάνοση αντίδραση σε λοιμώξεις, οι ερευνητές πιστεύουν ότι η μελέτη αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα ήταν καλό να αναπτυχθούν ανοσοθεραπευτικές τεχνικές για την αντιμετώπιση της OCD σε ενήλικες ασθενείς και ειδικά σε περιπτώσεις που παρουσιάζουν έντονο στρες όταν προσπαθούν να ελέγξουν τις εμμονές τους.

Ο επικεφαλής της μελέτης δρ. Jeffrey Meyer, διευθυντής του Προγράμματος Νευροαπεικόνισης στη Διάθεση και το Άγχος (Neuroimaging Program in Mood & Anxiety) του Κέντρου για τους Εθισμούς και την Ψυχική Υγεία στο Τορόντο (Καναδάς), υποστηρίζει ότι χρειάζεται να ανακαλύψουμε τους συγκεκριμένους παράγοντες που συνεισφέρουν στη λόιμωξη του εγκεφάλου αλλά αν βρούμε ένα τρόπο να μειώσουμε τη βλάβη από τη λοίμωξη αυτή θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε πολύ πιο γρήγορα ένα είδος θεραπείας για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Υπάρχουν ήδη μελέτες σε εξέλιξη που εξετάζουν τη δυνατότητα σχεδιασμού ενός τεστ με παράγοντες σήμανσης που να μπορεί να διαχωρίσει τους ασθενείς που θα επωφεληθούν περισσότερο από τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα.