Η ελονοσία αποτελεί μία σοβαρότατη αιτία θανάτου σε περιοχές κυρίως κοντά στον Ισημερινό. Χαρακτηριστικά, υπολογίζεται ότι είναι υπεύθυνη για ποσοστά θνησιμότητας περί του 90% σε χώρες της αφρικανικής ηπείρου, ενώ οι θάνατοι από ελονοσία ανέρχονται στους περίπου 660.000 το 2010, σύμφωνα με τον WHO. Για τη μετάδοσή της είναι υπεύθυνα τα θηλυκά κουνούπια του γένους Anopheles που αποτελούν και τους φορείς του παθογόνου μικροοργανισμού με το όνομα Plasmodium.

Μία νέα μελέτη, η οποία χαιρετίστηκε από κάποιους ερευνητές ως σημείο αναφοράς στην ιατρική εντομολογία, ανέφερε ότι εάν μολυνθούν τα κουνούπια-φορείς με ένα βακτήριο το οποίο παρεμβαίνει στη σεξουαλική ζωή τους, μπορεί να τα εμποδίσει από το να μεταδίδουν την ελονοσία. Η μελέτη αυτή βασίστηκε στο είδος κουνουπιού Anopheles stephensi, βασικό φορέα ελονοσίας στη Νότια Ασία και στη Μέση Ανατολή ενώ παρόμοια τεχνική μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί και σε άλλα είδη-φορείς, όπως το Anopheles gambiae, που δραστηριοποιείται κυρίως στις αφρικανικές χώρες.

Η λογική πίσω από τη μελέτη αυτή βασίζεται στο όνειρο πολλών ερευνητών να αντικαταστήσουν ολόκληρους πληθυσμούς κουνουπιών-φορέων με νέους, οι οποίοι δεν μπορούν να μεταδώσουν την ασθένεια. Τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα έχει εστιαστεί σε ένα ενδοκυτταρικό βακτήριο, το Wolbachia, το οποίο μεταδίδεται από τα θηλυκά κουνούπια στους απογόνους τους και παρεμβαίνει στη σεξουαλική ζωή των ξενιστών του. Τα βακτήρια αυτά, με βάση το φαινόμενο της κυτοπλασμικής ασυμβατότητας, δεν επιτρέπουν σε μολυσμένα αρσενικά κουνούπια να ζευγαρώνουν με μη-μολυσμένα θηλυκά και με τον τρόπο αυτό μεγιστοποιείται ο αριθμός των μολυσμένων απογόνων σε πληθυσμούς κουνουπιών σε πολύ μικρό χρόνο.

Η αρχική ιδέα των ερευνητών ήταν να ενσωματώσουν σε κουνούπια γονίδια τα οποία προσφέρουν ανθεκτικότητα σε ανθρώπινα παθογόνα και μετά να χρησιμοποιήσουν το Wolbachia ώστε να τα μεταδώσει ταχύτατα στους υπάρχοντες πληθυσμούς κουνουπιών. Το πρόβλημα υπήρχε στο ότι δεν κατέστη δυνατό να μολυνθούν τα κουνούπια με Wolbachia επί μακρό χρονικό διάστημα και σε σταθερή βάση.

Το 2005, σύμφωνα με μία νέα ανακάλυψη με βάση ένα άλλο είδος κουνουπιού και βασικού φορέα του δάγκειου πυρετού, διαπιστώθηκε ότι δεν χρειαζόταν να ενσωματώσουν ανθεκτικά γονίδια σε Wolbachia διότι το ίδιο το βακτήριο δεν επέτρεπε να μεταδοθεί η ασθένεια, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε και για άλλους ιούς και παράσιτα, με τρόπους που ακόμη δεν είναι ξεκάθαροι. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν με επιτυχία την τεχνική αυτή το 2011 στην Αυστραλία όπου ο δάγκειος πυρετός είναι αρκετά διαδεδομένος.

Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική ο Zhiyong Xi από το Michigan State University στο East Lansing μπόρεσε να μολύνει κουνούπια του είδους Anopheles stephensi με Wolbachia και η μόλυνση μεταβιβάστηκε σε τουλάχιστον 34 γενεές μετά δείχνοντας ότι με τον τρόπο αυτό μπορεί να μολυνθούν ολόκληροι πληθυσμοί σε κλουβιά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η δυσκολία του όλου εγχειρήματος συνιστάται στο γεγονός ότι κανένα είδος Anopheles δεν μολύνεται με το βακτήριο αυτό στη φύση και είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολο να μολυνθεί με το βακτήριο αυτό ακόμα και σε περιβάλλον εργαστηρίου.

Για να έχει επιτυχία, η ομάδα του Xi απομόνωσε ένα ιδιαίτερο στέλεχος του βακτηρίου και το ενέχυσε σε χιλιάδες έμβρυα κουνουπιών. Επίσης, τάισε τα κουνούπια αυτά με τα βακτήρια που προκαλούν ελονοσία για να διαπιστωθεί εάν το Wolbachia μπορεί να μπλοκάρει τον κύκλο ζωής αυτών των βακτηρίων μέσα στο σώμα του κουνουπιού. Παρ’ όλα αυτά, τα μολυσμένα με Wolbachia κουνούπια δεν αποδείχτηκαν εντελώς ανθεκτικά στην ελονοσία όπως έλπιζαν οι ερευνητές και μπορούσαν να την μεταδώσουν αλλά σε μικρότερο βαθμό. Το σημαντικό όμως, τονίζουν οι ερευνητές, είναι ότι αυτή η τεχνική μπορεί εν τέλει να εφαρμοστεί στην πράξη.