Χονδροκύτταρα από τη μύτη ασθενών χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία στην επούλωση χόνδρινων βλαβών του γόνατος από ερευνητές του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βασιλείας στην Ελβετία.

Κάθε χρόνο, περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι σε Ευρώπη και Η.Π.Α. διαγιγνώσκονται με κάκωση του αρθρικού χόνδρου.

Ως γνωστόν, ο χόνδρος καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες και υποστηρίζει την άρθρωση διασφαλίζοντας την ανώδυνη κίνησή της. Επειδή όμως ο χόνδρινος ιστός έχει περιορισμένη ικανότητα αυτοεπιδιόρθωσης, ακόμη και οι μικροτραυματισμοί του μπορεί να προκαλέσουν πόνο, δυσκαμψία και δυσχέρεια βάδισης, ενώ με την πάροδο του χρόνου η βλάβη μπορεί να επεκταθεί και να οδηγήσει σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις και οστεοαρθρίτιδα.

Η θεραπεία των τραυματισμών του αρθρικού χόνδρου είναι ένα σημαντικό κλινικό πρόβλημα και γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια ποικιλία φαρμακευτικών και μη παρεμβάσεων και επεμβάσεων για την πρόληψη ή την καθυστέρηση της εκφύλισης του χόνδρου.

Η παραδοσιακή τεχνική των μικροκαταγμάτων (marrow stimulation) δεν δημιουργεί εκείνον τον χόνδρο που χρειάζεται το γόνατο για να ανταπεξέλθει στις φορτίσεις της καθημερινότητας. Επίσης, η μεταμόσχευση αυτόλογων χονδροκυττάρων απαιτεί διπλή επέμβαση για τη λήψη των μοσχευμάτων και τον πολλαπλασιασμό τους και την τοποθέτησή τους σε δεύτερο χρόνο, ενώ άλλες νεώτερες τεχνικές δεν ικανοποιούν όλους τους χειρουργούς ως προς το μακροχρόνιο επιθυμητό αποτέλεσμά τους.

Στη συγκεκριμένη ελπιδοφόρα μελέτη που δημοσιεύεται στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού The Lancet συμμετείχαν δέκα ασθενείς ηλικίας 18 έως 55 ετών με ολικού πάχους χόνδρινη βλάβη μετά από τραυματισμό του γόνατος. Οι ερευνητές έλαβαν με τοπική αναισθησία ένα μικρό δείγμα βιοψίας διαμέτρου 6 χιλιοστών από το ρινικό διάφραγμα, πολλαπλασίασαν τα συλλεχθέντα κύτταρα για δύο εβδομάδες εκθέτοντάς τα σε παράγοντες ανάπτυξης, τα εμβολίασαν σε μεμβράνες κολλαγόνου και τα καλλιέργησαν για δύο επιπλέον εβδομάδες, δημιουργώντας ένα μόσχευμα χόνδρου 30 x 40 χιλιοστών, το οποίο κόπηκε διεγχειρητικά στο απαιτούμενο σχήμα για την αντικατάσταση του τμήματος που αφαιρέθηκε από την περιοχή της βλάβης.

Δύο χρόνια μετά την επέμβαση οι συμμετέχοντες παρουσίασαν σημαντική βελτίωση και η εξέταση με μαγνητική τομογραφία έδειξε ανάπτυξη νέου ιστού παρόμοιου με το φυσιολογικό χόνδρο του γόνατος, ενώ δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις που να σχετίζονται με την μέθοδο.

Αν και τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου είναι άκρως ενθαρρυντικά όχι μόνον για τις μετατραυματικές βλάβες του χόνδρου αλλά και για χόνδρινα ελλείμματα άλλης αιτιολογίας ή για κάποιες περιπτώσεις οστεοαρθρίτιδας, παρ’ όλα αυτά απαιτείται περαιτέρω έρευνα με κλινικές δοκιμασίες μεγαλύτερου αριθμού ασθενών, διάρκειας παρακολούθησης και σύγκρισης, όπως άλλωστε επισημαίνουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς, προτού γενικευθεί η χρήση της στην καθημερινή κλινική πρακτική.