Σε αντίθεση με το παρελθόν, περίπου τα δύο τρίτα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 σήμερα είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
Μεταξύ των ενηλίκων, περίπου το ίδιο ποσοστό έχει υπέρταση, το 40% έχουν δυσλιπιδαιμία, και οι περισσότεροι δεν ασχολούνται με τακτική σωματική δραστηριότητα.

Για τους ανθρώπους που ζουν με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, ο φόβος της υπογλυκαιμίας, η δυσκολία επίτευξης ικανοποιητικού γλυκαιμικού ελέγχου και η ανεπαρκής γνώση γύρω από τη διαχείριση της άσκησης αποτελούν σημαντικά εμπόδια.

Σύμφωνα με το Consensus Statement που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο στο Lancet,
συνιστώνται τουλάχιστον 150 λεπτά συσσωρευμένης σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα, με όχι περισσότερες από 2 συνεχόμενες ημέρες χωρίς δραστηριότητα.
Για τα παιδιά και τους νέους με σακχαρώδη διαβήτη, οι κατευθυντήριες οδηγίες καλούν για τουλάχιστον 60 λεπτά σωματικής άσκησης την ημέρα.

Οι λεπτομερείς συστάσεις σχετικά με την άσκηση θα πρέπει να γίνονται εξατομικευμένα σε κάθε περίπτωση από τον εξειδικευμένο διαβητολόγο και συμπεριλαμβάνουν τις προσαρμογές των δόσεων ινσουλίνης, την παρακολούθηση του σακχάρου αίματος πριν και μετά την άσκηση καθώς και τη διατροφική διαχείριση γύρω από την άσκηση και τις αντενδείξεις συμπεριλαμβανομένων πρόσφατης υπογλυκαιμίας, και κετονών στα ούρα.

Σε γενικές γραμμές, η αερόβια άσκηση συνδέεται με μείωση του σακχάρου αίματος, ενώ η αναερόβια άσκηση συνήθως σχετίζεται με μια παροδική αύξηση του επιπέδου σακχάρου του αίματος. Και οι δύο τύποι άσκησης μπορεί να προκαλέσουν καθυστερημένη εμφάνιση υπογλυκαιμίας μετά το τέλος της άσκησης.

Πριν κυρίως την αερόβια άσκηση, μειώσεις στη δόση της ινσουλίνης (ευκολότερα εφαρμόσιμο σε περιπτώσεις αντλίας ινσουλίνης) μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας, όπως μπορεί και η πρόσληψη υδατανθράκων χωρίς κάλυψη με ινσουλίνη.

Η παρακολούθηση του σακχάρου αίματος θα πρέπει να γίνεται πιο συχνά πριν, κατά τη διάρκεια, και μετά από τη σωματική δραστηριότητα. Η τακτική άσκηση έχει μόνο ευεργετικά οφέλη να δείξει σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, με κυριότερο την βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου.

Η σωστή ενημέρωση και καθοδήγηση σχετικά με τη σωματική δραστηριότητα σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, από τον ειδικό διαβητολόγο, θα πρέπει να κάνει τη διαφορά καταπολεμώντας τον φόβο που προκαλείται από την έλλειψη της κατάλληλης πληροφόρησης.

ΠΗΓΗRiddell MC et al. "Review Exercise management in type 1 diabetes: a consensus statement", The Lancet, 25/1/2017 DOI: http://dx.doi.org/10.1016/S2213-8587(17)30014-1
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Φιλία Δημητριάδη, Παιδοενδοκρινολόγος - Παιδοδιαβητολόγος
Η Φιλία Δημητριάδη αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 2006 και συνέχισε την κλινική της εκπαίδευση στο Unterberg Children’s Hospital του New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής από όπου το 2012 έλαβε τον τίτλο ειδίκευσης στην Παιδιατρική. Έχει τριετή εξειδίκευση στην Παιδιατρική Ενδοκρινολογία-Διαβητολογία και τις Διαταραχές Μεταβολισμού στο St. Christopher’s Hospital for Children του Πανεπιστημίου Drexel, στην Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Το 2015 έλαβε τον τίτλο εξειδίκευσης στην Παιδιατρική Ενδοκρινολογία και Διαβητολογία. Το 2015 επελέγη σε διεθνές επίπεδο από το American Association of Clinical Endocrinologists (AACE) και παρακολούθησε εντατικοποιημένη κλινική εκπαίδευση στην Ενδοκρινολογία –Διαβητολογία και τη Διατροφή στη Mayo Clinic, της Μιννεσότα των ΗΠΑ. Το 2012 αναγορεύτηκε Λέκτορας του Drexel University College of Medicine στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Επίσης, ελαβε την πιστοποίηση της Αμερικάνικης Ακαδημίας της Παιδιατρικής (Fellow of the American Academy of Pediatrics) στην Γενική Παιδιατρική και στην Παιδιατρική Ενδοκρινολογία. Το 2015 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έως και σήμερα διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο. Επίσης είναι επιστημονική συνεργάτις στο Νοσοκομείο Παίδων ΜΗΤΕΡΑ με αποκλειστικό κλινικό ενδιαφέρον στην Νεογνική-Παιδική-Εφηβική Ενδοκρινολογία, το Σακχαρώδη Διαβήτη, την Παχυσαρκία και τις Διαταραχές Μεταβολισμού. Επίσης κατέχει τη θέση της επιστημονικής συνεργάτιδος στην Α’ Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» και στη Μονάδα Κλινικής και Μεταφραστικής Έρευνας στην Ενδοκρινολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών.