Από τα βουνά της Σιβηρίας όπου κατοικούσαν οι Σκύθες και την Αίγυπτο έως την Κίνα, την Πολυνησία και το Περού, η ιστορία μας δείχνει ότι τα τατουάζ υπάρχουν από πολύ παλιά. Πολλές φυλές τα χρησιμοποιούσαν σαν ένδειξη πένθους ή θεραπευτικής επίκλησης, ως δοκιμασία γενναιότητας και ωρίμανσης ή απλά ως έκφραση ή καλλωπισμό, ενώ άλλες αξίωναν την προστασία των θεών ή υποδήλωναν την ομάδα τους ή την κοινωνική τους θέση. Μερικοί μάλιστα τα χρονολογούν από το 6.000 π.Χ., αν και ο πρώτος άνθρωπος που έχει βρεθεί με τατουάζ είναι ο «Otzi, ο άνθρωπος πάγος» που βρέθηκε στις Άλπεις και υπολογίζεται ότι έζησε γύρω στο 3.300 π.Χ.

Οι Έλληνες γνώριζαν την τεχνική της δερματοστιξίας ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή, ωστόσο δεν έπαυαν να την θεωρούν ως συνήθεια των βαρβάρων, χαρακτηριστικό δουλείας, υποτέλειας και υποταγής. Οι Ρωμαίοι σημάδευαν τους σκλάβους, τους αιχμάλωτους και τους εγκληματίες και με το γράμμα D τους λιποτάχτες, ενώ οι παλαιστές και οι μονομάχοι έφεραν τατουάζ σε ένδειξη αδελφοσύνης.

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα τατουάζ απαγορεύτηκαν σαν κατάλοιπα της ειδωλολατρίας, αν και υπάρχουν αναφορές ότι αρκετοί σταυροφόροι είχαν το σύμβολο του σταυρού, έτσι ώστε αν πέθαιναν στη μάχη να αναγνωρίζονταν και να θάβονταν κατά τα χριστιανικά έθιμα.

Η δερματοστιξία δεν ήταν, εν ολίγοις, πάντα στη μόδα στο δυτικό κόσμο, αφού τα κοινωνικά στερεότυπα κυριαρχούσαν για αρκετό καιρό καθώς τα τατουάζ κοσμούσαν συνήθως τα σώματα ναυτών, εγκληματιών ή απόκληρων, είτε στιγματίζοντάς τους ή αποτυπώνοντας την αναγκαιότητα προβολής της ταυτότητάς τους.

Μετά την επιστροφή του Captain Cook από τα ταξίδια του, τα τατουάζ έγιναν παράδοση στο βρετανικό ναυτικό και στα περισσότερα λιμάνια του 18ου αιώνα υπήρχε ένας τουλάχιστον επαγγελματίας τατουάζ, σε αντίθεση με τους Γάλλους, στους οποίους ήταν απαγορευμένα μετά τη μελέτη του χειρουργού Berchon Maurice (1861) ως προς τις επιπλοκές τους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η δημοτικότητα του τατουάζ ανέβηκε χάρη των περιοδευόντων θιάσων του τσίρκου, ενώ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίζεται από τους Αμερικανούς πεζοναύτες ως τους Χίπις. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 υιοθετείται από τους μουσικούς της ροκ και των μεταγενέστερων ρυθμών και δεν αφορά πλέον μόνον περιθωριακούς, μηχανόβιους και μέλη συμμοριών, έτσι ώστε σήμερα τα βλέπουμε συχνά, όχι μόνο στους θιασώτες των μουσικών ρευμάτων ή στους φανατικούς οπαδούς αθλητικών ή πολιτικών ομάδων, αλλά σε πολλούς ανθρώπους ως ένδειξη μοντερνισμού, αμφισβήτησης ή απλά ως στολίδι.

Έχοντας ξεπεραστεί, λοιπόν, οι προκαταλήψεις του παρελθόντος πολλοί πλέον άνθρωποι φέρουν απλά ή περίτεχνα τατουάζ τα οποία τις περισσότερες φορές γίνονται με τους απαραίτητους κανόνες υγιεινής όσον αφορά την πρόληψη των λοιμώξεων, γεγονός όμως που δεν αποτρέπει τη δημιουργία κοκκιωμάτων ή την πρόκληση αλλεργικών αντιδράσεων, επιπλοκών όμως που εύκολα αναγνωρίζονται επειδή εμφανίζονται άμεσα.

Φαίνεται δηλαδή πως δεν είναι ευρέως γνωστό ότι το μελάνι που χρησιμοποιείται μπορεί να περιέχει οργανικές χρωστικές ουσίες αλλά και ανόργανες όπως το νικέλιο, το χρώμιο, το μαγγάνιο, το κοβάλτιο ή το διοξείδιο του τιτανίου, μερικές εκ των οποίων μπορεί να είναι αλλεργιογόνες, τοξικές ή καρκινογόνες.

Πράγματι, πρόσφατη μελέτη που έδειξε ότι οι παραπάνω χρωστικές ουσίες μεταναστεύουν από το δέρμα στους λεμφαδένες, προκαλώντας τη χρόνια διεύρυνσή τους, δημιούργησε από απλή ανησυχία μέχρι και υστερία από τις υπερβολές διαφόρων μέσων ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, για πιθανή καρκινογένεση.

Η άμεση ωστόσο συσχέτιση καρκίνου και τατουάζ είναι δύσκολη προς το παρόν και χρειάζονται επιδημιολογικά δεδομένα μέσω μεγάλων και μακροχρόνιων προοπτικών μελετών που θα διερευνήσουν τα άτομα που φέρουν ή δεν φέρουν τατουάζ, όπως και τη σχέση μεταξύ των διαφόρων συστατικών που χρησιμοποιούνται και τις πιθανές δυσμενείς επιδράσεις τους.

Οι χρόνιες επιπτώσεις στην υγεία, όπως συμβαίνει με τις κακοήθειες, δεν εμφανίζονται εάν δεν παρέλθουν χρόνια ή δεκαετίες μετά την έκθεση σε κάποιον παράγοντα κινδύνου. Επειδή, λοιπόν, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες των ευρημάτων της εν λόγω μελέτης δεν είναι ακόμα γνωστές και η εναπόθεση στοιχείων από τα μελάνια του τατουάζ στους λεμφαδένες δεν έχει έως τώρα ενδελεχώς διερευνηθεί, οι φέροντες τατουάζ δεν χρειάζεται να πανικοβάλλονται, οι υποψήφιοι όμως καλόν είναι να γνωρίζουν ότι μπορεί να προκύψουν παρενέργειες, ακόμα και κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου και να μη θεωρούν δεδομένη την ασφάλεια των χρησιμοποιούμενων χρωμάτων.

ΠΗΓΗRoxanne Nelson "Do Tattoos Raise the Risk for Cancer?" Medscape, Sep 21, 2017
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κωνσταντίνος Σαρόπουλος, Ορθοπεδικός

Γεννήθηκε το 1960 στο Αιγάλεω Αττικής. Αποφοίτησε από τη Σχολή Φυσικοθεραπείας το 1982 και την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ το 1989. Έλαβε την ειδικότητα της Ορθοπαιδικής Χειρουργικής και Τραυματολογίας το 1996. Εργάστηκε ως Υπεύθυνος Εργαστηρίου Φυσικοθεραπείας 1982-1996. Ως Ορθοπαιδικός εργάστηκε από το 1997 έως το 2000 στο Ορθοπαιδικό Τμήμα της «Κλινικής Παλαιού Φαλήρου του Ιατρικού Αθηνών» και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν ως Επιμελητής Α΄, όπου και συνεχίζει ως αναπληρωτής διευθυντής από το 2012. Από το 1996 ως σήμερα διατηρεί επίσης Ορθοπαιδικό Ιατρείο στην Αγία Βαρβάρα. Είναι μέλος του ΕΕΣ, Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Αγίας Βαρβάρας από το 2003, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου από 1-1-2013, και αιρετό μέλος του προεδρείου της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν από το 2007 έως το 2015.