Ανάμεσα στα πιο συχνά εμφανιζόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά που προσέχει κάποιος κατά την επιλογή ενός συντρόφου στη ζωή είναι η εξυπνάδα και το μορφωτικό επίπεδο. Το γεγονός ότι άνθρωποι με παρόμοιο μορφωτικό επίπεδο παντρεύονται πιο συχνά είναι ήδη γνωστό.

Όμως η μελέτη αυτή από το University of East Anglia (UEA) που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Intelligence είναι μία από τις πρώτες μελέτες που επιβεβαιώνουν σε γενετικό επίπεδο ότι οι άνθρωποι δεν επιλέγουν τυχαία τους συντρόφους τους αλλά με κριτήρια κατηγοριοποίησης ανάλογα με τα κοινά ιδιαίτερα γνωρίσματά τους.

Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, οι άνθρωποι με γονίδια που ευθυνονται για υψηλά μορφωτικά επιτεύγματα, έχουν την τάση να παντρεύονται και να τεκνοποιούν με ανθρώπους με παρόμοιο DNA.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τη γενετική και κοινωνική ανισότητα στις επόμενες γενιές διότι τα παιδιά ζευγαριών που παντρεύονται με βάση αυτή την κατηγοριοποίηση θα είναι περισσότερο άνισα γενετικά από τα παιδιά αυτών που παντρεύονται περισσότερο τυχαία.

Η μελέτη, με επικεφαλής τον δρ David Hugh-Jones από το UEA School of Economics και τον δρ Abdel Abdellaoui, του Τμήματος Βιολογικής Ψυχολογίας του ολλανδικού VU University, εξέτασε κατά πόσον ο γάμος με κριτήρια κατηγοριοποίησης ως προς τα μορφωτικά επιτεύγματα θα μπορούσε να ανιχνευθεί στο DNA περίπου 1.600 παντρεμένων ή ζευγαριών που συζούν στη Μεγ. Βρετανία. Το δείγμα προήλθε από την UK Household Longitudinal Study, μία χαρτογραφηση αντιπροσωπευτική του βρετανικού πληθυσμού.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν γενετικές κλίμακες αξιολόγησης (polygenic scores) οι οποίες προβλέπουν το μορφωτικό επίπεδο για να παρατηρήσουν αν όντως μπορούσαν να προβλέψουν το μορφωτικό επίπεδο του κάθε συντρόφου. Βρήκαν ότι οι βαθμολογίες σχετίζονταν μεταξύ συντρόφων και ότι μπορούσαν να προβλέψουν σημαντικά το μορφωτικό επίπεδό τους και για τα δύο φύλα, και κατά συνέπεια άτομα με μία ισχυρότερη γενετική προδιάθεση για υψηλότερα μορφωτικά επιτεύγματα έχουν επιλέξει πιο μορφωμένους συντρόφους.

Οι ερευνητές έλεγξαν επίσης αν τα δεδομένα τους μπορόυσαν να εξηγηθούν και με άλλους τρόπους, για παράδειγμα για το αν οι άνθρωποι αυτοί διάλεξαν τους συντρόφους τους απλά επειδή κατοικούσαν στην ίδια επαρχία. Αφού αντιπαρέβαλλαν ξανά τα δεδομένα με τυχαία ζευγάρια ίδιου μορφωτικού επιπέδου μέσα στην ίδια γεωγραφική περιοχή, παρατήρησαν ότι οι βαθμολογίες των αρχικών ζευγαριών έδειξαν μεγαλύτερες ομοιότητες μεταξύ τους από τα τυχαία ζευγάρια, φανερώνοντας σημαντικά μεγαλύτερη επιλογή συντρόφου βάσει κατηγοριοποίησης ανά μορφωτικό επίτευγμα αναξάρτητα από το μορφωτικό επίπεδο και τη γεωγραφική τοποθεσία.